Πέντε αλλαγές που χρειάζεται η οικογενειακή δικαιοσύνη
Ένας γονέας έχει στα χέρια του δικαστική απόφαση που του επιτρέπει να βλέπει το παιδί του. Φτάνει στην καθορισμένη ώρα, όμως η επικοινωνία δεν πραγματοποιείται. Ακούει ότι «το παιδί δεν θέλει». Καλεί την αστυνομία, γίνεται μία καταγραφή και επιστρέφει μόνος. Το ίδιο συμβαίνει ξανά και ξανά. Καταθέτει αιτήσεις, απευθύνεται στον εισαγγελέα, περιμένει κοινωνική έρευνα ή πραγματογνωμοσύνη. Όταν τελικά το κράτος αρχίζει να εξετάζει ουσιαστικά την υπόθεση, μπορεί να έχουν περάσει πολλοί μήνες.
Για έναν ενήλικα, οι μήνες αυτοί είναι μια οδυνηρή δικαστική καθυστέρηση. Για ένα παιδί, όμως, μπορεί να είναι αρκετοί για να αλλάξει η καθημερινότητά του, να παγιωθεί η απόσταση και να χαθεί η φυσική οικειότητα με έναν γονέα που μέχρι τότε αποτελούσε μέρος της ζωής του.
Το ισχύον οικογενειακό δίκαιο αναγνωρίζει ήδη ότι το συμφέρον του παιδιού συνδέεται με την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων και με την αποτροπή της διάρρηξης της σχέσης του με καθέναν από αυτούς. Προβλέπει επίσης ότι το δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τη συμπεριφορά κάθε γονέα, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του άλλου και τη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις και συμφωνίες που αφορούν το παιδί.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι γράφει ο νόμος. Είναι αν υπάρχουν οι άνθρωποι, οι υπηρεσίες και οι διαδικασίες που θα τον εφαρμόσουν εγκαίρως.
Οι «Ενεργοί Μπαμπάδες για τα δικαιώματα των παιδιών» κατέθεσαν συγκεκριμένες προτάσεις για να καλυφθεί αυτό το κενό. Ο πυρήνας τους μπορεί να αποδοθεί με μία απλή φράση:
Γρήγορη διερεύνηση, επιστημονική αξιολόγηση και πραγματικές συνέπειες όταν αποδεικνύεται ότι κάποιος βλάπτει τη σχέση του παιδιού με τον άλλο γονέα.
1. Εξειδικευμένη οικογενειακή δικαιοσύνη
Οι οικογενειακές υποθέσεις δεν είναι συνηθισμένες δικαστικές διαφορές. Δεν αφορούν μόνο έγγραφα, περιουσία ή οικονομικές απαιτήσεις. Αφορούν παιδιά, δεσμούς, φόβους, καταγγελίες, συγκρούσεις και συμπεριφορές που δεν μπορούν πάντοτε να αξιολογηθούν μόνο μέσα από δύο αντικρουόμενα δικόγραφα.
Γι’ αυτό προτείνεται η δημιουργία εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστηρίων ή, τουλάχιστον, ειδικών οικογενειακών τμημάτων. Ο δικαστής πρέπει να πλαισιώνεται από μόνιμη διεπιστημονική υπηρεσία, με παιδοψυχολόγους, παιδοψυχιάτρους και κοινωνικούς λειτουργούς.
Ο ειδικός δεν θα αποφασίζει αντί του δικαστή. Θα τον βοηθά να κατανοήσει όσα δεν φαίνονται εύκολα σε μια δικαστική αίθουσα. Για παράδειγμα, αν η άρνηση ενός παιδιού αποτελεί αυθεντική αντίδραση σε πραγματικό φόβο, αν έχει προηγηθεί συστηματική χειραγώγηση ή αν η σχέση έχει τραυματιστεί από τη συμπεριφορά και των δύο γονέων.
Η επιστημονική αυτή υποστήριξη πρέπει να είναι δημόσια, ανεξάρτητη από τους διαδίκους και να λειτουργεί με κοινά πρωτόκολλα. Έτσι ο γονέας με τα περισσότερα χρήματα δεν θα έχει αυτομάτως και τη μεγαλύτερη δυνατότητα να συγκεντρώνει ιδιωτικές γνωματεύσεις.
Ο νόμος προβλέπει ήδη ειδική επιμόρφωση των δικαστών σε ζητήματα οικογενειακού δικαίου, με τη συμμετοχή ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και άλλων ειδικών επιστημόνων. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν αντικαθιστά την ανάγκη μόνιμης επιστημονικής υποστήριξης μέσα στην ίδια τη διαδικασία.
2. Αξιολόγηση πριν γίνει η αποκοπή μόνιμη
Σήμερα, η ουσιαστική αξιολόγηση μπορεί να καθυστερήσει τόσο, ώστε η πραγματικότητα να έχει ήδη αλλάξει πριν εκδοθεί απόφαση. Ένα παιδί που δεν βλέπει έναν γονέα για έναν χρόνο δεν επιστρέφει απλώς στην προηγούμενη κατάσταση επειδή το δικαστήριο εξέδωσε τελικά μια απόφαση.
Η ανθρώπινη σχέση δεν είναι διακόπτης που ανοίγει και κλείνει. Χρειάζεται καθημερινή παρουσία, επικοινωνία, κοινές εμπειρίες και αίσθημα ασφάλειας. Όταν αυτά διακόπτονται για μεγάλο διάστημα, η αποκατάσταση γίνεται πολύ δυσκολότερη.
Προτείνεται, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ξαφνικής ή συστηματικής διατάραξης της σχέσης, να διατάσσεται κατεπείγουσα διεπιστημονική αξιολόγηση μέσα σε δεσμευτική προθεσμία.
Δεν αρκεί ένας γονέας να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αποξένωση». Πρέπει να παρουσιάσει πραγματικά περιστατικά, όπως επανειλημμένες ματαιώσεις επικοινωνίας, απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού, παρεμπόδιση τηλεφωνικής επαφής ή αντιφατικές καταγγελίες που απαιτούν άμεση διερεύνηση.
Παράλληλα, κάθε καταγγελία βίας ή κακοποίησης πρέπει να εξετάζεται με απόλυτη σοβαρότητα. Η προστασία της σχέσης του παιδιού με έναν γονέα δεν μπορεί να σημαίνει ότι αγνοείται ένας πραγματικός κίνδυνος.
Ο στόχος είναι να ξεχωρίζει γρήγορα η ανάγκη προστασίας από την προσχηματική δικαιολογία, η αυθεντική άρνηση του παιδιού από τη χειραγώγηση και η πραγματική κακοποίηση από έναν ισχυρισμό που χρησιμοποιείται για να αποκλειστεί ο άλλος γονέας.
3. Καθαροί κανόνες για την αστυνομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες
Όταν ένας αστυνομικός καλείται σε περιστατικό μη εκτέλεσης επικοινωνίας, βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη κατάσταση. Δεν πρέπει να αποφασίζει επί τόπου ποιος γονέας λέει την αλήθεια, ούτε να ανακρίνει ένα παιδί στην είσοδο μιας πολυκατοικίας.
Δεν πρέπει όμως και να θεωρεί ότι η φράση «δεν θέλει να πάει» κλείνει αυτομάτως το θέμα.
Χρειάζεται ενιαίο πρωτόκολλο. Να καταγράφεται ποιοι ήταν παρόντες, τι ακριβώς ειπώθηκε, αν το παιδί είχε προετοιμαστεί για την επικοινωνία, αν υπήρξε ενεργή παρεμπόδιση, αν υπάρχει δικαστική απόφαση και αν διαπιστώθηκαν ενδείξεις άμεσου κινδύνου.
Όταν τα περιστατικά επαναλαμβάνονται, η ενημέρωση της Εισαγγελίας Ανηλίκων πρέπει να γίνεται χωρίς καθυστέρηση. Δεν είναι λογικό να αφήνεται ένας γονέας να συγκεντρώνει μόνος του δεκάδες αστυνομικές αναφορές, ενώ η σχέση με το παιδί του καταρρέει.
Αντίστοιχα, η κοινωνική έρευνα πρέπει να καταγράφει αντικειμενικά τις συνθήκες διαβίωσης και τη λειτουργία της οικογένειας. Ο κοινωνικός λειτουργός δεν πρέπει να υποκαθιστά τον ψυχολόγο, τον παιδοψυχίατρο ή τον δικαστή. Δεν πρέπει να διατυπώνει διαγνώσεις για τις οποίες δεν έχει αρμοδιότητα, ούτε να περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή όσων του είπε ο κάθε γονέας.
Οι αιφνιδιαστικές επισκέψεις μπορούν να είναι χρήσιμες όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι αποκρύπτονται σοβαρές συνθήκες. Δεν πρέπει όμως να αποτελούν αυτόματο κανόνα για κάθε οικογένεια. Χρειάζεται αναλογικότητα, σαφής εντολή και σεβασμός στην ιδιωτική ζωή.
4. Αξιόπιστες γνωματεύσεις, όχι «διαγνώσεις από απόσταση»
Ένας ιδιώτης ειδικός μπορεί να προσφέρει πολύτιμη υποστήριξη σε ένα παιδί. Άλλο όμως είναι η θεραπεία και άλλο η δικανική αξιολόγηση μιας ολόκληρης οικογένειας.
Δεν είναι επιστημονικά ασφαλές ένας ειδικός να εξετάζει μόνο τον έναν γονέα και στη συνέχεια να διατυπώνει συμπεράσματα για την προσωπικότητα, τις προθέσεις ή τη γονική ικανότητα του άλλου, τον οποίο δεν έχει συναντήσει ποτέ.
Ακόμη περισσότερο, δεν πρέπει μια τέτοια γνωμάτευση να αντιμετωπίζεται σαν πλήρης και ουδέτερη πραγματογνωμοσύνη.
Κάθε έκθεση που προσκομίζεται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρει καθαρά ποιοι εξετάστηκαν, πόσες συνεδρίες έγιναν, ποια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε και ποιοι είναι οι περιορισμοί των συμπερασμάτων της. Κανένας ειδικός δεν πρέπει να «διαγιγνώσκει» πρόσωπο που δεν εξέτασε.
Η λύση δεν είναι να απορρίπτονται όλες οι ιδιωτικές γνωματεύσεις. Ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται άμεση θεραπευτική βοήθεια και το δημόσιο σύστημα να μην μπορεί να την προσφέρει εγκαίρως.
Η λύση είναι να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στη θεραπευτική γνωμάτευση και στην ανεξάρτητη δικανική αξιολόγηση. Μια έκθεση θεραπευτή μπορεί να περιγράφει όσα παρατήρησε στο πρόσωπο που εξέτασε. Δεν μπορεί όμως να θεωρείται συνολική αξιολόγηση δύο γονέων και ενός παιδιού.
5. Πραγματικές συνέπειες για τη σκόπιμη παρεμπόδιση
Η επανειλημμένη και σκόπιμη αποκοπή ενός παιδιού από έναν κατάλληλο γονέα δεν είναι μια απλή προσωπική διαφωνία μεταξύ πρώην συντρόφων. Μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ψυχολογική βλάβη στο παιδί και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε ακύρωση επικοινωνίας πρέπει να οδηγεί αυτομάτως σε ποινική δίωξη. Ένα παιδί μπορεί να ασθενήσει, να υπάρξει ένα πραγματικό έκτακτο γεγονός ή να χρειάζεται προσωρινά ειδική προστασία.
Για να επιβάλλονται σοβαρές συνέπειες πρέπει να υπάρχουν σαφή στοιχεία: εκτελεστή δικαστική απόφαση ή συμφωνία, επανειλημμένη παραβίαση, αποδεδειγμένη πρόθεση παρεμπόδισης και απουσία πραγματικού λόγου προστασίας του παιδιού.
Οι συνέπειες πρέπει να είναι κλιμακωτές. Αρχικά μπορούν να περιλαμβάνουν γονική συμβουλευτική, εποπτευόμενη αποκατάσταση της επικοινωνίας και στενή παρακολούθηση. Αν η συμπεριφορά συνεχίζεται, μπορούν να ακολουθούν χρηματικές κυρώσεις, μεταβολή της ρύθμισης της γονικής μέριμνας και, στις σοβαρότερες αποδεδειγμένες περιπτώσεις, ποινικές συνέπειες.
Η ποινή από μόνη της δεν αποκαθιστά τη σχέση. Γι’ αυτό χρειάζεται οργανωμένο σχέδιο επανένωσης του παιδιού με τον γονέα, με επιστημονική υποστήριξη και χωρίς απότομες κινήσεις που μπορεί να επιβαρύνουν περισσότερο το παιδί.
Τι σημαίνει ισότιμος γονικός χρόνος
Η κοινή γονική μέριμνα δεν σημαίνει αυτομάτως ίσο αριθμό διανυκτερεύσεων. Το 50/50 αφορά τον πραγματικό χρόνο ζωής του παιδιού με κάθε γονέα.
Όταν δύο γονείς είναι κατάλληλοι, ενεργοί και κατοικούν σε απόσταση που επιτρέπει την ομαλή σχολική και κοινωνική ζωή του παιδιού, ο ουσιαστικά ισότιμος χρόνος πρέπει να εξετάζεται ως βασική λύση και όχι ως εξαίρεση.
Δεν πρέπει, όμως, να εφαρμόζεται μηχανικά. Η ηλικία και οι ανάγκες του παιδιού, η απόσταση των κατοικιών, το σχολείο, η καθημερινότητα και οποιοσδήποτε τεκμηριωμένος κίνδυνος πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.
Τι δεν προτείνουμε
Δεν προτείνουμε να θεωρείται ένοχος ένας γονέας επειδή κάποιος διατύπωσε έναν ισχυρισμό εναντίον του.
Δεν προτείνουμε να αγνοούνται οι καταγγελίες βίας.
Δεν προτείνουμε υποχρεωτική ψυχιατρική εξέταση κάθε γονέα και κάθε παιδιού.
Δεν προτείνουμε να επιβάλλεται μηχανικά το 50/50 σε όλες τις οικογένειες.
Προτείνουμε γρήγορη, αμερόληπτη και επιστημονική διερεύνηση. Έτσι το παιδί θα προστατεύεται τόσο από την πραγματική βία όσο και από τη χειραγώγηση, τις κατασκευασμένες καταγγελίες και την αδικαιολόγητη αποκοπή από έναν κατάλληλο γονέα.
Το παιδί δεν μπορεί να περιμένει
Οι οικογενειακές διαφορές δεν χρειάζονται περισσότερα συνθήματα. Χρειάζονται υπηρεσίες που λειτουργούν εγκαίρως, ειδικούς που αξιολογούν με κοινά επιστημονικά κριτήρια και αποφάσεις που εφαρμόζονται.
Ένα παιδί δεν μπορεί να περιμένει δύο ή τρία χρόνια για να διαπιστώσει η Πολιτεία αν η σχέση του με έναν γονέα διακόπηκε για πραγματικό λόγο ή ως αποτέλεσμα σύγκρουσης, χειραγώγησης και συστηματικής παρεμπόδισης.
Η προστασία του παιδιού δεν σημαίνει αυτόματη δικαίωση της μητέρας ή του πατέρα. Σημαίνει ότι κάθε ισχυρισμός θα ερευνάται σοβαρά, κάθε κίνδυνος θα αντιμετωπίζεται άμεσα και κάθε αποδεδειγμένη προσπάθεια διάρρηξης της σχέσης του παιδιού με έναν κατάλληλο γονέα θα έχει πραγματικές συνέπειες.
Όταν δύο γονείς κρίνονται εξίσου κατάλληλοι, τα παιδιά δεν χρειάζονται νικητή και επισκέπτη. Χρειάζονται δύο πραγματικούς γονείς.
📣 Αν αυτό το κείμενο σε ταρακούνησε, μοιράσου το. Κάποιος γονιός εκεί έξω το έχει ανάγκη.