Παιδική προστασία χωρίς συνέχεια δεν είναι προστασία
Ένα παιδί σε κίνδυνο δεν χρειάζεται απλώς μία υπηρεσία, μία καταγγελία ή μία εισαγγελική εντολή. Χρειάζεται κάποιον να έχει την ευθύνη να παρακολουθεί τι συμβαίνει από την πρώτη ένδειξη κινδύνου μέχρι να υπάρξει πραγματική και σταθερή λύση.
Και ακριβώς εδώ φαίνεται να βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα.
Ρεπορτάζ του News24/7, με αφορμή συνέντευξη Τύπου του Δικτύου Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας, περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο διαφορετικές υπηρεσίες μπορεί να εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση χωρίς να υπάρχει πάντοτε ένας ενιαίος φορέας που να έχει τη συνολική εικόνα, τη συνέχεια της πληροφορίας και την ευθύνη παρακολούθησης του παιδιού.
Ποιος έχει τελικά την ευθύνη για το παιδί;
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, στην Ελλάδα λειτουργούν παράλληλα επτά διαφορετικά δίκτυα κοινωνικοπρονοιακών υπηρεσιών, με διαφορετικές αρμοδιότητες και διοικητική υπαγωγή.
Για ένα παιδί μπορεί επομένως να έχουν παρέμβει δύο, τρεις ή περισσότερες υπηρεσίες. Όμως η εμπλοκή πολλών φορέων δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερη προστασία.
Εάν δεν υπάρχει ένας μηχανισμός που να γνωρίζει:
- ποιος έχει αναλάβει την υπόθεση,
- τι έχει ήδη διερευνηθεί,
- ποιες αποφάσεις έχουν ληφθεί,
- ποιο σχέδιο προστασίας εφαρμόζεται,
- ποιος ελέγχει την εφαρμογή του,
- και τι συνέβη μετά την πρώτη παρέμβαση,
τότε το παιδί κινδυνεύει να χαθεί ανάμεσα σε φακέλους, υπηρεσίες και αρμοδιότητες.
Η παιδική προστασία όμως δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική «έκανα το δικό μου μέρος και παρέδωσα τον φάκελο στον επόμενο».
Το παιδί είναι ένα. Η ζωή του είναι μία. Και η ευθύνη απέναντί του πρέπει να έχει συνέχεια.
545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί σε 332 δήμους
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία για τη στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Συλλόγου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος που παρουσιάζονται στο δημοσίευμα, στους 332 δήμους της χώρας υπηρετούν συνολικά μόλις 545 μόνιμοι κοινωνικοί λειτουργοί.
Σε ορισμένες περιοχές η αναλογία μπορεί να φτάνει ακόμη και τον έναν κοινωνικό λειτουργό ανά 30.000 κατοίκους, ενώ υπάρχουν δήμοι χωρίς μόνιμο κοινωνικό λειτουργό.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς διοικητική δυσλειτουργία.
Όταν ένας επαγγελματίας καλείται να διαχειριστεί έναν τεράστιο αριθμό περιστατικών, όταν απουσιάζουν διεπιστημονικές ομάδες και όταν κρίσιμες θέσεις καλύπτονται με συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας, δημιουργείται ένα απλό αλλά επικίνδυνο ερώτημα:
ποιος θα γνωρίζει την ιστορία του παιδιού αύριο;
Όταν τελειώνει η σύμβαση, δεν τελειώνει το πρόβλημα του παιδιού
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές επισημάνσεις του ρεπορτάζ αφορά ακριβώς αυτή την ασυνέχεια.
Ένας επαγγελματίας μπορεί να αναλάβει σήμερα μια σοβαρή υπόθεση παιδικής προστασίας και λίγους μήνες αργότερα να λήξει η σύμβασή του.
Το περιστατικό όμως δεν λήγει μαζί της.
Η οικογένεια μπορεί επίσης να μετακομίσει σε άλλον δήμο, να αλλάξει η αρμόδια υπηρεσία ή να χρειαστεί η συμμετοχή διαφορετικού φορέα.
Χωρίς ενιαίο σύστημα παρακολούθησης και μεταφοράς της απαραίτητης πληροφορίας, κάθε αλλαγή δημιουργεί ένα νέο σημείο πιθανής αστοχίας.
Σε μια σοβαρή πολιτική παιδικής προστασίας, ο φάκελος δεν πρέπει απλώς να υπάρχει.
Πρέπει να υπάρχει συνέχεια της ευθύνης.
Από την καταστολή στην πρόληψη
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ενεργοποιείται το σύστημα.
Οι φορείς παιδικής προστασίας επισημαίνουν ότι πολύ συχνά η κρατική παρέμβαση ξεκινά αφού έχει ήδη εμφανιστεί σοβαρό πρόβλημα, έχει γίνει καταγγελία ή έχει δοθεί εισαγγελική εντολή.
Αυτό όμως είναι διαχείριση της κρίσης.
Δεν είναι πρόληψη.
Πρόληψη σημαίνει να μπορεί το σύστημα να αναγνωρίζει εγκαίρως μια οικογένεια που δυσκολεύεται, ένα παιδί που εμφανίζει ενδείξεις παραμέλησης ή κακοποίησης, μία σχολική απουσία που επαναλαμβάνεται ή ένα περιβάλλον στο οποίο εμφανίζονται συστηματικά σημάδια κινδύνου.
Και στη συνέχεια να υπάρχει πραγματικό σχέδιο υποστήριξης.
Με κοινωνικό λειτουργό.
Με ψυχολόγο όπου απαιτείται.
Με παιδίατρο, σχολείο, εισαγγελική αρχή ή άλλους επαγγελματίες όταν χρειάζεται.
Αλλά κυρίως με έναν σαφή στόχο:
να προλάβουμε τη βλάβη πριν χρειαστεί να διαχειριστούμε την καταστροφή.
Η στήριξη της οικογένειας είναι μέρος της παιδικής προστασίας
Η προστασία του παιδιού δεν πρέπει να αρχίζει με το δίλημμα «μένει ή απομακρύνεται από την οικογένεια».
Πριν φτάσουμε εκεί, πρέπει να έχει προηγηθεί η προσπάθεια να κατανοηθεί τι πραγματικά συμβαίνει και, όπου αυτό είναι ασφαλές και εφικτό, να υποστηριχθεί το οικογενειακό περιβάλλον ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει προς το συμφέρον του παιδιού.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Πολιτεία δεν πρέπει ούτε να αγνοεί έναν πραγματικό κίνδυνο ούτε να αντιμετωπίζει μηχανικά κάθε οικογενειακή δυσκολία ως λόγο αποκοπής του παιδιού από τους ανθρώπους που αποτελούν τη ζωή του.
Χρειάζεται αξιολόγηση.
Χρειάζονται επιστημονικά εργαλεία.
Χρειάζεται διεπιστημονική κρίση.
Και χρειάζεται συνέχεια.
Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού δεν είναι μία φράση σε μια απόφαση
Στις οικογενειακές διαφορές ακούμε συχνά τη φράση «βέλτιστο συμφέρον του παιδιού».
Όμως το βέλτιστο συμφέρον δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη νομική διατύπωση που εμφανίζεται σε μία δικαστική απόφαση και μετά εξαφανίζεται από την πραγματική ζωή του παιδιού.
Εάν θέλουμε πράγματι να μιλάμε για το συμφέρον του παιδιού, πρέπει να μπορούμε να απαντήσουμε:
- Ποιος παρακολουθεί τι συμβαίνει μετά την απόφαση;
- Ποιος διαπιστώνει αν ένα μέτρο λειτουργεί;
- Ποιος βλέπει αν το παιδί σταμάτησε να έχει ουσιαστική σχέση με έναν γονέα;
- Ποιος εντοπίζει εγκαίρως μια κατάσταση βίας ή παραμέλησης;
- Ποιος παρεμβαίνει όταν η οικογένεια χρειάζεται πραγματική υποστήριξη;
- Ποιος έχει τη συνολική εικόνα;
Γιατί μια απόφαση μπορεί να κλείσει έναν δικαστικό φάκελο.
Δεν κλείνει όμως τη ζωή του παιδιού.
Τι προτείνουν οι φορείς παιδικής προστασίας
Το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας έχει καταθέσει σειρά συγκεκριμένων προτάσεων.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- η δημιουργία ενιαίου συντονιστικού φορέα για την παιδική προστασία,
- η σταθερή παρουσία Εισαγγελέων Ανηλίκων και κοινωνικών υπηρεσιών στα Πρωτοδικεία,
- η ενίσχυση των δήμων με μόνιμους κοινωνικούς λειτουργούς,
- η θεσμοθέτηση ενιαίου εθνικού πρωτοκόλλου διαχείρισης περιστατικών κακοποίησης και παραμέλησης,
- η λειτουργία διεπιστημονικών ομάδων,
- η ενίσχυση της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης στην κοινότητα,
- η συστηματική παρακολούθηση της σχολικής φοίτησης,
- η λειτουργία των προβλεπόμενων Σπιτιών του Παιδιού,
- η καλύτερη προστασία των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων,
- και η δημιουργία ασφαλούς, διαλειτουργικού συστήματος ανταλλαγής της απαραίτητης πληροφορίας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών.
Δεν πρόκειται επομένως για ένα πρόβλημα χωρίς προτάσεις.
Το ερώτημα είναι εάν υπάρχει η πολιτική και διοικητική βούληση να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο η ευθύνη δεν θα διακόπτεται κάθε φορά που αλλάζει ένας υπάλληλος, μία υπηρεσία ή μία διοικητική αρμοδιότητα.
Το παιδί δεν μπορεί να περιμένει το σύστημα να συνεννοηθεί
Ένα παιδί δεν γνωρίζει ποιο υπουργείο είναι αρμόδιο.
Δεν γνωρίζει τι είναι οργανική θέση, εισαγγελική εντολή, διοικητική υπαγωγή ή διαλειτουργικότητα.
Ξέρει μόνο ποιος είναι παρών και ποιος απουσιάζει.
Ποιος το ακούει.
Ποιος το προστατεύει.
Ποιος μένει δίπλα του.
Για αυτό η παιδική προστασία δεν μπορεί να είναι ένα άθροισμα αποσπασματικών παρεμβάσεων.
Χρειάζεται συνέχεια, θεσμική μνήμη, πραγματική αξιολόγηση και λογοδοσία.
Χρειάζεται πρόληψη πριν από την κρίση.
Χρειάζεται υποστήριξη της οικογένειας πριν από τη διάλυσή της, όπου αυτό είναι ασφαλές για το παιδί.
Και όταν απαιτείται παρέμβαση, χρειάζεται ένα σύστημα που να γνωρίζει όχι μόνο τι αποφάσισε χθες, αλλά και τι συνέβη σήμερα.
Γιατί η παιδική προστασία που σταματά στη μέση δεν είναι παιδική προστασία.
Και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού δεν πρέπει απλώς να γράφεται. Πρέπει να παρακολουθείται, να αποδεικνύεται και να υπηρετείται στην πράξη.
Πηγή και αφορμή: Ρεπορτάζ του News24/7, «Η παιδική προστασία στην Ελλάδα έχει ημερομηνία λήξης – Κραυγή αγωνίας για το αυτονόητο», 15 Σεπτεμβρίου 2026, με στοιχεία και θέσεις που παρουσιάστηκαν από το Δίκτυο Οργανώσεων Παιδικής Προστασίας.
📣 Αν αυτό το κείμενο σε ταρακούνησε, μοιράσου το. Κάποιος γονιός εκεί έξω το έχει ανάγκη.